Υπόθεση:
Σαν τ΄ άρωμα του γιασεμιού το δείλης Ξάπλωνε στο νυφικό κρεβάτι, σήκωνε τα χέρια πίσω και άρπαζε τα κάγκελα της κεφαλαριάς. Λύγιζε προς τα πάνω, άνοιγε τα γόνατα και βογκούσε. Προσποιόταν πως την κρατούσαν οι πόνοι της γέννας. Μέσα από τις διηγήσεις της Αννεζούς, κατάφερε και μέτρησε όλους όσους γεννήθηκαν σ΄ εκείνο το κρεβάτι. Ύστερα έκλεινε τα μάτια, σταύρωνε τα χέρια στην κοιλιά και προσποιόταν τη νεκρή. Αφουγκραζόταν τους θρήνους των γυναικών και μυριζόταν τα γιασεμιά, το λασμαρί, τη μαντζουράνα και τες βασιλιτζιές, που κάλυπταν το μιζαρωμένο σώμα. Με κλειστά τα μάτια άκουε τα βαριά βήματα του αφέντη που ερχόταν στη νυφική παστάδα. Μετρούσε σιωπηλά τα δευτερόλεπτα όσο αυτός να βγάλει τις ποδίνες του και ταυτιζόταν με την τρομαγμένη νιόνυφη, όταν ο νηστικός λύκος κατασπάρασσε την παρθενιά της.
Απόσπασμα
Μια τέτοια νύχτα κάτω από την κυριαρχία του Ασμοδαίου, έδιωξε τη γεροντική εικόνα της συντρόφισσας του με τα στραγγισμένα βυξιά και τα παραμορφωμένα από τους κιρσούς πόδια. Στην θέση της έβαλε την άλλη της εικόνα. Της δεκαεξάρας που παντρεύτηκε. Με τα σφριγηλά βυζιά, το ευλύγιστο σώμα και τη χαρωπή ανταπόκριση στο κάλεσμα του. Ένιωσε τον ανδρισμό του να ξυπνά και να ορθώνεται. Ενθουσιάστηκε. Ούτε που θυμόταν πριν πόσα χρόνια τον ξανάνιωσε. Τράβηξε το χέρι της γυναίκας του να τον χουφτώσει. «Παναϊα μου, γέρο», αναφώνησε εκείνη. «Θέλεις να κολαστούμεν, χατζής άδρωπος εσού τζι εγιώ χατζίνα; Είνταλος να ξανακοινωνήσουμεν;» Πράγματι, τα ρούχα που τους φόρεσαν στη δεύτερη τους βάφτιση στον Ιορδάνη, ήταν διπλωμένα κάτω από το προσκεφάλι τους να τους υπενθυμίζουν την υποχρέωση τους για αποχή από το προπατορικό αμάρτημα.
Για πρώτη φορά δημιουργήθηκε στο Γραμματικό της Αρχιεπισκοπής αμφιβολία κατά πόσο η έκπτωση από τον Παράδεισο είχε να κάμει με το ερωτικό σμίξιμο. Μάλλον το σωστό ήταν αυτό που τους είπε ο κουρελής στο ’γιο Όρος. Η άποψη του ήταν πιο λογική και στέρεη. Όταν ο άνθρωπος τράβηξε μια γραμμή χαμαί στον Παράδεισο και οριοθέτησε ένα κομμάτι γη και είπε «αυτός ο τόπος είναι δικός μου» και άρχισε να φυλάει εκεί πράγματα «δικά του». Όταν δηλαδή συνειδητοποίησε και διαχώρισε την ατομικότητα του. Τότε πεθύμησε την αυτονόμηση του από το Θεό. Να πορευτεί μακριά Του σε μια προσωπική του πορεία. Να βαφτιστεί πάνω στον εαυτό του, έστω με τίμημα την αθανασία της ψυχής του. Περιβλήθηκε τότες το φθαρτό του σώμα για να πορευτεί πάνω σε αγκάθια πάνω στη γη, έξω από τον Παράδεισο με τες εφήμερες χαρές και απολαύσεις. Και με τον πολύ πόνο συζευγμένο με την, έστω περιορισμένη βούληση.
Όλα τα άλλα είναι ψέματα. Ο Θεός ούτε θύμωσε ούτε κακιώθηκε στον άνθρωπο. Η ελεύθερη βούληση ήταν δικό του δώρο. Κι ούτε το είδε σαν έπαρση. «Πήγαινε» του είπε. «Κι άμα φθαρεί το όχημα σου, έλα πίσω κοντά Μου. Θα σε δεχτώ με ανοιχτές αγκάλες. Μόνο, πρόσεξε! Σε θέλω πίσω καθαρό. Δίχα αποσκευές. Δίχα μου και δίχα εγώ. Αν κατορθώσεις και τα απαλλαγείς και ξαναγίνεις η ύπαρξη που έπλασα με τα χέρια μου, τότες μόνο θα σε δεχτώ κοντά μου».