Σύντομο Βιογραφικό
Όνομα: Μαρία Παχίτη
Τόπος και ημερομηνία γέννησης: στη Λευκωσία το 1978.
Έργα:
- H συλλογή διηγημάτων με τίτλο "Σενάρια Ζωής", 2006
- Το θεατρικό Έργο «Παράταιροι Κόσμοι» κυκλοφόρησαν σε βιβλίο το Δεκέμβριο του 2008, από τις εκδόσεις «’νευ».
Διακρίσεις και Βραβεία
- Το 2006 είχε διακριθεί σε διαγωνισμό διηγήματος του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού Βιβλίου και
- σε διαγωνισμό ποίησης της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.
- Το 2007 είχε αποσπάσει το Β’ Βραβείο στο διαγωνισμό του Θ.Ο.Κ. για το θεατρικό της έργο «Παράταιροι Κόσμοι»
- Το 2008 απέσπασε το Πρώτο Βραβείο στους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης με το ποιήμα "Ιώ, άνθρωποι…" (Α’ Βραβείο πήρε στον ίδιο διαγωνισμό και το ποίημα «Μέρες ξανθιές» της Μαρία Ζαβιανέλη-Διαμαντάκη από την Κρήτη)
- Το 2008 και το 2009 απέσπασε:
- δυο πανελλήνιες διακρίσεις για το θεατρικό της έργο «Παράταιροι Κόσμοι» και
- 4 διεθνή βραβεία/διακρίσεις και 15 βραβεία και διακρίσεις σε πανελλήνιους ποιητικούς και λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
- Το 2009 πήρε το Α' βραβείο συγγραφής και εικονογράφησης παραμυθιού στο Διαγωνισμό της KEE UNESCO για την ισότητα των δυο φύλων.
Διάφορα
- Η κ. Παχίτη είναι μέλος των Διοικητικών Συμβουλίων του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού και Νεανικού βιβλίου (ΚΣΠΝΒ) και της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (ΕΛΚ), από το 2006 και από το 2008 είναι μέλος της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων Κύπρου. Από το 2009 είναι μέλος της Αμφικτιονίας Ελληνισμού.
- Η Μαρία Παχίτη πιστεύει ακράδαντα πως ο καθένας μόνος του καθορίζει τη μοίρα του και πως «ότι δεν συνέβη ποτέ, είναι ότι δεν ποθήσαμε αρκετά» και Αφιερώνει το κάθε της έργο στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και την κάθε της διάκριση στην πατρίδα της, που όπως χαρακτηριστικά λέει: "Είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που έχει μοιρασμένη πρωτεύουσα, μοιρασμένη καρδιά".
Ιώ, άνθρωποι…
Πρώτο Βραβείο στους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης
Με συντροφιά το σούρσιμο του γεραιού χιτώνα,
και στήριγμα το άχαρο κορμί λιγνής μαγκούρας
μες στους αιώνες διάβηκες, τρανέ συ Συνωπέα,
του Δία γόνε εκλεκτέ και του ανθρώπου οίστρε.
Φέροντας λύχνο αγλαό υπό το φως του ήλιου,
στην πολυσύχναστη έρημο βουβά οδοιπορούσες,
έχοντας χείλη άνυνδρα και βλέμμα οργισμένο.
Έναντι πλήθος ειδεχθές, τα ζωντανά κουφάρια
αγόγγυστα εξέτιαν της ζήσης τους το κρίμα
- δέσμια ως ήταν φαεινών και στέρφων οραμάτων,
άμοιρες φύτρες στο βωμό στημένων αθυρμάτων -
και πλήθος οι ταφόπετρες που υψώνονταν τριγύρω.
«Ιώ, άνθρωποι!» κραύγασες κι αχνά χαμογελώντας
ύψωσες με απόγνωση την ξύλινη σου ράβδο,
το θαύμα σου, πασκίζοντας, εμπρός σου να ορθώσεις,
ω, δύστυχε, αέναε μοναχικέ διαβάτη…
|