Αρχική Σελίδα
Cyprus Online Gifts
Ερώτηση 65: Πότε θα παρουσιαστεί η παράσταση «Θάλασσα μου Ζωντανή» από το θέατρο ΚΥΨΕΛΗ στον δήμο Αγλαντζιάς;
Λήξη: 2010-09-05
Α. 10 Σεπτεμβρίου 2010
Β. 11 Σεπτεμβρίου 2010
Γ. 12 Σεπτεμβρίου 2010
Δ. 13 Σεπτεμβρίου 2010
Όνομα 
Email 
Τηλ 
Χορηγός: Κυπρίων Έργα - Θέατρο ΚΥΨΕΛΗ
Δώρο: εισιτήριο για την παράσταση
ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΡΟΥΣΙΑΣ
eVenzia Technologies
Είμαστε Εδώ
Fax: ++357-22764758
Διεύθυνση: Δάλι, Λευκωσία
Κύριες Κατηγορίες: Παιδικά | Λαογραφικά | Μαρτυρίες | Μυθιστόρημα
Δέσποινα Αναστασιάδη Εικόνες

 


Σύντομο Βιογραφικό



Όνομα: Δέσποινα Χαρ. Αναστασιάδη
Τόπος και ημερομηνία γέννησης: στο Λευκόνοικο της Μεσαορίας το 1925
 

Έργα:
«Πορεία και Αναζήτηση», ποιητική συλλογή, 1991
«Ώρες Αναμονής», χρονικό του 1974- μαρτυρίες, 1994
«Σονάτα της Μεσαορίας», 2002
«Παραδοσιακά Κυπριακά Παραμύθια της Μεσαορίας», 2003
«Το θαύμα της ζωής», Σύγχρονες παιδικές ιστορίε, 2005
«Το Γκρίζο Καραβάνι», 2006



Αν είναι Θεέ μου… - ΑΝΕΚΔΟΤO ΠΟΙΗΜΑ

 

Αν είναι Θεέ μου, να με μεταλλάξεις,
Κάνε με βασιλικό.
Όλος ο κόσμος να μυρίζει, και μένα,
Πάντα να θυμίζει, όλο το Κόσμο ν΄ αγαπώ.


Αν είναι πάλι, να με αλλάξεις,
Κάνε με ένα ξωτικό.
Νάμαι παντού και πάντα
να διώχνω το κακό.


Και αν είναι για του Κόσμου
το καλό, να με μαλάξεις,
ζύμωσε με το Φως,
-και λίγο αλεύρι και νερό,-
Κάνε με ζυμαρικό,
Όλος ο κόσμος να χορτάσει,
Κανείς μη μείνει νηστικός.


Και αν είναι, ακόμα να γιατρεύω,
Τον πόνο και τον πυρετό,
Κάνε με βάλσαμο βοτάνι,
Σ’ όλα τα σπίτια να βλαστώ.


Και αν είναι για του Κόσμου,
Την Αγάπη, τη Γαλήνη και ΕΙΡΗΝΗ,
Να γίνω περιστέρι φτερωτό,
Δώσε μου δύναμη και χάρη,
Όλο το Κόσμο να διαβώ.


Και όπου εχθροί εγίναν
-με ψύλλου πήδημα- οι φίλοι,
Ανάμεσα τους να σταθώ…,

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΝΑΣΤΣΤΑΣΙΑΔΟΥ. Δάλι 2010



Η κυρία Δέσποινα Αναστασιάδου μιλά για την ζωή της στην ηλεκτρονική πύλη «Κυπρίων Έργα»
(1 Ιουλίου 2010)


« Γεννήθηκα στις 12 Φεβρουαρίου το 1925 στο Λευκόνοικο της Κύπρου, μια κωμόπολη της Μεσαορίας κατεχόμενη από τους Τούρκους Εισβολείς από το 1974. Γονείς μου, ο Χαράλαμπος Κωνσταντίνου, Πιερή ΧΠετρή, εργολάβος οικοδομών από το χωριό Λύση, και η Θεοδώρα ΠαπαΣολωμόντος από το Λευκόνοικο. Είμαι η πρώτη από τα πέντε παιδιά τους. Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα στο Λευκόνοικο και είναι από τα πιο όμορφα και ευτυχισμένα ολόκληρης της ζωής μου. Οι γονείς μου με προόριζαν για γράμματα, όμως, λόγο άσχημων συγκυριών, αυτό το όνειρο μου δεν πραγματοποιήθηκε αφήνοντας σε μένα τη πίκρα της πρώτης απογοήτευσης. Πρόσχημα…, δεν είχαμε γυμνάσιο στον τόπο μας και καθώς συνέπεσε η περίοδος όπου θα φοιτούσα στο γυμνάσιο με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήθελαν να απομακρυνθώ από το σπίτι και να πάω στη πόλη όπου υπήρχαν γυμνάσια και η «Σχολή Καλογραιών». Στη συνέχεια, ακόμα και όταν έγινε γυμνάσιο στο Λευκόνοικο, πάλι δεν μου άνοιξαν αυτή την πόρτα. Με πρόφαση ότι δεν ήταν Παρθεναγωγείο, ήταν μικτή, η «Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου» και ήταν λίγα τα κορίτσια που φοιτούσαν εκεί, οι γονείς μου δε μου επέτρεψαν και πάλιν την φοίτηση. Εγώ όμως ποτέ δεν έχανα την ευκαιρία να μάθω κάτι.


Τα καλοκαίρια πήγαινα σε μια ξαδέρφη της μητέρας μου, που μας έραβε τα ρούχα μας, και παρακολουθούσα ράψιμο. Εκείνο που με ενδιέφερε, δέκα χρονών κορίτσι, ήταν τα χρωματιστά κουρέλια που μάζευα και με τα οποία έπαιζα και έντυνα τις χειροποίητες πούπες (κούκλες) μου. Είχα ανοικτό μυαλό για όλες τις τέχνες, όμως μου άρεσαν περισσότερο η ζωγραφική και η ποίηση. Ευκαιρίες όμως ανύπαρκτες… . Με άφησαν εκεί…, μόλα τα παρακάλια μου. Ακόμα και στην εγγραφή που μου είχε κάνει ο παππούς μου στο γυμνάσιο ο πατέρας μου δεν πήγε να δηλώσει κηδεμόνας μου...


Βλέποντας τα όνειρα μου να γκρεμίζονται, έκλαιγα κρυφά και για πολύ καιρό και αφού χωρίς να ρωτηθώ καθιερώθηκα ράπτρια, ξανάρχισα τα ‘κακαρίσματα’… . Ήθελα να γίνω μια καλύτερη ράπτρια, στο βιοποριστικό αυτό επάγγελμα. Έκλαιγα έξι μήνες φανερά και κρυφά, για να πείσω τους γονείς μου να με στείλουν στη Λευκωσία στον Οίκο Υψηλής Ραπτικής «ΜΙΝΕΡΒΑ ΧΑΟΥΣ», όπου φοιτούσαν μόνο κορίτσια… και είχε μεγάλο και καλό όνομα και φήμη. Εκεί παρακολουθούσαν τέχνη πάνω από εξήντα κορίτσια. Καμιά δεκαριά από τις κοπέλες που φοιτούσαν μέναμε εσώκλειστες στη σχολή και οι υπόλοιπες εξωτερικές, οι οποίες πηγαινοέρχονταν με λεωφορεία ή πεζές στα προάστια και στα γύρω κοντινά χωριά. Είχε Αρμένισσες, Τουρκούδες και άλλες…, κόντεψα να μάθω τούρκικα, από τη θερμή φιλία που είχα μαζί τους.


Η τέχνη στον «ΜΙΝΕΡΒΑ ΧΑΟΥΣ» ήταν υψηλή ραπτική, ψηλαφιστή, με σχέδια της μαντάμ Αθηνάς. Η μαντάμ Αθηνά σχεδίαζε, έκοβε και έκανε δοκιμές τα σχέδια της με ξεχωριστό καλλιτεχνικό ταλέντο και γούστο, μοναδικό ίσως, συγχρονισμένο πάντοτε με αυτό του Παρισιού. Η πελατεία μας ήταν της υψηλής κοινωνίας από όλη την Κύπρο.
Εκεί, σε ένα περίπου χρόνο, έμαθα πολλά νέα πράγματα και επιδεξιότητες… όλα γίνονταν στο χέρι και είχαν το καθένα το δικό του ενδιαφέρον. Ωράριο εργασίας δεν υπήρχε…, νυχτέρια ως το ξημέρωμα. Οι συνθήκες άθλιες . Αν άκουγα της μητέρας μου θα τα άφηνα στη μέση και θα έφευγα. Εγώ όμως ένοιωθα κερδισμένη, απέκτησα εμπειρίες…., ‘πέρασε’ το δικό μου, ήταν δική μου επιλογή. ’ντεξα και τέλειωσα.


Γυρίζοντας στο Λευκόνοικο είχα νέες γνώσεις και ρίχτηκα στη δουλειά. Ο νους μου, όμως, δεν έφευγε από τα γράμματα. Πάντα πίστευα πως θα τα κατάφερνα να ασχοληθώ με τα γράμματα μια μέρα. Μελετούσα από μόνη μου και με προσωπικά μαθήματα, από καθηγήτρια που της έραβα, προχώρησα στα Αγγλικά, με προοπτική μια μέρα να πάω στην Αγγλία. Παράλληλα με τη δουλειά, διάβαζα και έγραφα. Διάβαζα βιβλία, πολλά βιβλία… δανεικά και αυτά των αδερφιών μου, που φυσικά πήγαιναν Γυμνάσιο. Έγραφα ποιήματα, ιστορίες και παραμύθια. Επίσης, ζωγράφιζα λουλούδια, σχεδίαζα φορέματα.

Οι γύρω μου τα θεωρούσαν όλα αυτά χασομέρια, γι’αυτό ή έκρυβα αυτά που έγραφα ή τα πετούσα. Κάποτε αποφάσισα να δείξω ένα ποίημα μου σε συγγενικά μας πρόσωπα που μας επισκέπτονταν το Πάσχα, ήθελα να το απαγγείλω… .Δεν θα ξεχάσω την απογοήτευση μου. ‘Τι, άρχισες να γράφεις ποιήματα…, θέλεις να πεθάνεις κόρη μου σαν το Βασίλη Μιχαηλίδη… που μια ζωή έγραφε ποιήματα τζιαι πήεν στο φτωχοκομείο να ζήσει. Δούλεψε παιδί μου δούλεψε αν θέλεις να πετύχεις’. Μήπως όμως δεν δούλευα από τα δεκαπέντε μου… Αυτό το γεγονός ήταν αρκετό να κλειστώ στον εαυτό μου. Αν και ως τότε δεν είχα ιδέα ποιος ήταν αυτός ο ποιητής, αργότερα σαν διάβασα ποιήματα του και κατάλαβα το ποιητικό του μεγαλείο, είχα πάντα ψηλά τον ανεπανάληπτο αυτόν ποιητή του οποίου είχα θαυμασμό, σεβασμό, μα και καμάρι που ήταν από το Λευκόνοικο.

Σημασία για μένα είχε ότι δεν με ενεθάρρυνε κανένας για γράμματα, απεναντίας είχα χρέος και υποχρέωση να υπακούω και να αρνιούμαι τον εαυτό μου. Αυτό με έπειθαν, πάντα με την αγάπη τους, δεν χρειαζόμουν τίποτα περισσότερα από ότι είχα, μόνο ένα σύζυγο… Σήμερα αυτήν την αγάπη θα την έλεγα ψυχαναγκασμό. Έκανα όνειρα και προσπαθούσα να τα πραγματοποιήσω με το δικό μου κόπο και τρόπο. Ήθελα να πάω στο Λονδίνο, να εργαστώ και να καλυτερέψω μόνη μου τη θέση μου. ΌΧΙ’…, μου έλεγαν. Ακόμη και όταν έδειξα κάποτε τη προτίμηση μου ποιον θα ήθελα να παντρευτώ… πάλιν όχι άκουγα. Δεν ήθελα να παντρευτώ χωρίς να ερωτευτώ…. Ερωτεύτηκα μα δεν παντρεύτηκα. Είχα τα πιο οδυνηρά χρόνια της ζωής μου τότε. Δοκιμάστηκα σκληρά, τραγικά από τη μοίρα, ανεπανόρθωτα. Επέζησα όμως και συνέχισα τον αγώνα μου ενάντια στα τόσα όχι της μοίρας, που με αγάπη φυσικά όλοι τους μου επεφύλασσαν στο κάθε μου βήμα.

Απεφάσισα να πάω στο Λονδίνο να εργαστώ και να συνεχίσω το όνειρο μου με τη μάθηση. Κανένας δεν συμφωνούσε μαζί μου στο σπίτι. Επέμενα όμως και τα κατάφερα να φύγω. Το 1951 πήγα στο Λονδίνο. Εκεί με παράλαβε ο θείος μου ο Γιάννης, αδερφός της μητέρας μου. Ο θείος με βοήθησε, μου πλήρωσε τα δίδακτρα, και έτσι παρακολούθησα προσωπικά μαθήματα στο ‘Τέυλορ εντ Κατερ Ακάδεμυ’ στο Λονδίνο. Δεν δυσκολεύτηκα με τη γλώσσα, η γυναίκα του, η θεία Κάθλην ήταν Αγγλίδα δασκάλα και με στήριξε με τις συμβουλές της. Ούτε με τα σχέδια δυσκολεύτηκα. Το κόρς των τεσσάρων χρόνων το πέρασα σε λίγους μήνες. Έδωσα εξετάσεις και πέρασα, πήρα το δίπλωμα μου σε περγαμηνή και άρχισα να ψάχνω για δουλειά στο Λονδίνο. Όμως για να μείνω χρειάζονταν μερικές διαδικασίες. Λόγου χάριν, χρειαζόμουν παράταση της άδειας παραμονής μου, δια να μείνω περισσότερο από έξη μήνες. Έπρεπε να ανανεώσω την άδεια παραμονής μου και μόνο με γάμο θα τα κατάφερνα ή με εγγραφή σε Πανεπιστήμιο ή με εργοδότιση. Δεν ήμουν έτοιμη για λάθη..., όσον αφορά το γάμο. Είχα μια πρόταση, μέσο του θείου μου, από το φιλικό τους περιβάλλον. Όσο για το πανεπιστήμιο χρειαζόταν μια προετοιμασία και οικονομική στήριξη, που δεν την είχα. Ήθελα, έπρεπε να προσαρμοστώ πρώτα, να βρω δουλειά, να στηριχτώ στον εαυτό μου, και έψαχνα. Δεν βιαζόμουν… όμως με πρώτη ευκαιρία θα άρχιζα να εργάζομαι. Δεν χρειαζόταν όμως, ο υποψήφιος γαμπρός ήταν έτοιμος να μου ανοίξει δικό μου εργοστάσιο. Δεν πρόφτασα να προβληματιστώ, ή ακόμα και να τον γνωρίσω από κοντά. Επενέβησαν οι δικοί μου από την Κύπρο.

Ήρθε ο θείος μια μέρα στενοχωρημένος. ‘πρέπει να γυρίσεις στη Κύπρο.., για τη μάνα σου’ μου είπε.‘ Έπαθε τίποτε η μάνα μου;’, τον ρώτησα. ‘ Όχι …, αλλά κλαίει τόσο πολύ που μπορεί να αρρωστήσει, έτσι όπως τα γράφει ο πατέρας σου’ είπε και έβαλε το μακροσκελές γράμμα του πατέρα μου στο τραπέζι. ‘Δεν θέλω να γυρίσω πίσω θείε…’, φώναξα. ‘Ήλθα για να μείνω δε θα μείνω βάρος κανενός μπορώ να εργαστώ αυτό θέλω’. Έκλαψα πόνεσα, όμως γύρισα με βαριά καρδιά. Με ‘ψυχαναγκασμό’ μπορώ να πω’. Δανείστηκα λεφτά για το εισιτήριο της επιστροφής μου και τα επέστρεψα μετά σαν ξανάστρωσα τη δουλειά μου στη Κύπρο. Είχα πολλές μαθήτριες και καλή πελατεία. Συνέχισα τη ‘Σχολή Ραπτικής- Κοπτικής’ που είχα και πριν. Με το Δίπλωμα αυτής της σχολής, οι περισσότερες μαθήτριες μου εξασφάλιζαν είσοδο στην Αγγλία και ήταν περιζήτητες για τα εκεί εργοστάσια ειδών ένδυσης.

Κατά την επιστροφή μου στην Κύπρο, όλοι με περίμεναν στο σπίτι και χάρηκαν που γύρισα πίσω κοντά τους. Χάρηκα και η ίδια που τους βρήκα όλους καλά… Μια χαρά ήταν και η μάνα μου. Πλούσιο το τραπέζι της υποδοχής στο σπίτι στο Λευκόνοικο και ο πατέρας μου, που τα κατάφερε να με φέρει πίσω, μου το πέταξε ‘Σφάξαμε σήμερα τον Μόσχο τον Σιτευτό.’ Δεν ήξερε τι έσφαζε… Με αυτό είχα καταλάβει πως δεν άξιζε πια τον κόπο να αγωνίζομαι για καμιά δικαίωση για μένα… Δε γεννήθηκα για μένα, αλλά για όλους. Το συνειδητοποιούσα για πρώτη φορά και το δέχτηκα σαν οστρακιά. Η μητέρα μου, χαρούμενη και γλυκύτατη, μου είχε άλλην μια έκπληξη, μου βρήκε σύζυγο. Τα είχαν συμφωνήσει με τη πεθερά μου και με περίμεναν, ‘Ευχές γονέων στηρίζουν θεμέλια Οίκων’.

Με τις ευχές τους παντρεύτηκα τον Ευγένιο, από τη Λευκωσία. Καλό παιδί, καλά περάσαμε, όσο ζούσε. Δύσκολοι καιροί όμως. Με το πόλεμο της ΕΟΚΑ και την τουρκική ανταρσία πότε είχαμε δουλειά και πότε ήμασταν άνεργοι. Δέχτηκα τη μοίρα μου, σαν δώρο, έτσι όπως μου έτυχε, με υπομονή και αγάπη. Εργάστηκα και αφοσιώθηκα στην οικογένεια μου. Απέκτησα τρεις κόρες. Εργαζόμουν από δεκατεσσάρων χρονών για να μη στερηθεί κανένας γύρω μου τίποτα..., ώσπου άρχισαν να εργάζονται τα παιδιά μου. Είχα τρία ανήλικα παιδιά, όταν τον χάσαμε τον άνδρα μου το 1968. Έμεινα χήρα, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα. Μαζεύτηκα γύρω από τα παιδιά μου, και συνέχισα να εργάζομαι για να ορθοποδήσω. Τουλάχιστο να τα σπούδαζα. Νομίζω πως τα έχω καταφέρει.Λάθη έγιναν πολλά στη ζωή μου και πάντα με πονούν. Δεν σταματούν. Η ζωή συνεχίζεται και ανακυκλώνετε μέσα μου, με τη μελέτη το διάβασμα και το γράψιμο σαν μια στάλα ευχαρίστησης στην θλιμμένη μου ψυχή.

Η λογοτεχνία ήταν μια χορδή με πολλούς και διάφορους ήχους μέσα μου, που μόνο η ίδια τους άκουγα. Δεν σταμάτησα να διαβάζω και να γράφω τις λίγες ώρες της ξεκούρασης μου. Δεν ήταν αριστουργήματα αυτά που έγραφα, όμως με ευχαριστούσε αυτή η ενασχόληση, με ξεκούραζε. Είχα κοινωνικούς, πολιτικούς προβληματισμούς.
Τέλος τη καθιέρωσα σαν χόμπι. Ήμουν μόνη, χήρα, εργαζόμενη γυναίκα και συνταξιούχος. Είχα οικονομική ανεξαρτησία. Μεγάλωσα και σπούδασα τα παιδιά μου. Εργάζονται και έκαμαν τη δική τους οικογένεια. Με στηρίζουν με την αγάπη τους. Οι κόρες μου είναι, η Δώρα, η Ρούλα και η Ειρήνη, που μου χάρισαν επτά αγγόνια και ένα δισέγγονο. Είναι όλα αξιαγάπητα

Έχω γράψει και εκδώσει τα ακόλουθα έξη βιβλία, επιχορηγημένα τα περισσότερα από το Υπουργείο Παιδείας, το Προσφυγικό Σωματείο Λευκόνοικου και άλλους φορείς.

  • ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ, Ποιητική Συλλογή,1992
  • ΏΡΕΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ, Μαρτυρίες του1974, 1994
  • ΣΟΝΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΣΑΟΡΙΑΣ, Βιώματα, 2002.
  • ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ….,2003.
  • ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, σύγχρονα παραμύθια, 2005.
  • ΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΚΑΡΑΒΑΝΙ, Διηγήματα.2006.


Κείμενα και ποιήματα μου δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς στο ΒΗΜΑ, 1951, σε κυπριακές εφημερίδες στο Λονδίνο, στο προσφυγικό περιοδικό ‘Λευκόνοικο’ και κατά επανάληψη στο Ελληνικό περιοδικό ‘Αιγαιοπελαγίτικα….’. Έγιναν σχόλια και παρουσιάσεις των βιβλίων σε κυπριακές εφημερίδες. Στους ραδιοφωνικούς σταθμούς
«ΡΙΚ» και ραδιο «ΠΑΦΟΣ» διαβάστηκαν σε συνέχεια αποσπάσματα από το βιβλίο ‘ΩΡΕΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ’. Επίσης, έγιναν παρουσιάσεις των βιβλίων, από την Ένωση Λογοτεχνών και από τον ‘Παγκύπριο Πολιτιστικό Σύλλογο’ με τιμητική πλακέτα.

Έχω δικό μου, μη κερδοσκοπικό Εκδοτικό Οίκο το ‘ΣΙΒΟΥΡΗ’ και ως τώρα τα βιβλία μου τα εκδίδω μόνη μου.


Σήμερα, 2010, ζω στο Δάλι, κοντά σε μια από τις κόρες μου, τη Ρούλα. Συνεχίζω να γράφω και να ελπίζω πως ο ΑΡΤΟΣ που μου αναλογεί από την ζωή μου τον δικαιούμαι, όπως όλος ο κόσμος.
»

COPYRIGHT ©2009-2010 Kypriwn Erga, All RIGHTS RESERVED Powered By eVenzia Content Management System


 



 



Θέατρο "ΚΥΨΕΛΗ" παραστάσεις 12 Σεπτεμβρίου 2010



Θέατρο Επίγονοι:
"Δι' ευχών των κομμάτων, ημών".

Περιοδία σε δήμους και κοινότητες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεμπτέμρη


Παιδικό Θέατρο Μάιος - Ιούλιος 2010

Μνήμες Κατεχομένων

1 Ιουλίου


ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ
Η ΠΟΙΗΣΗ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΑΥΡΙΟ

Πάτρα 1 – 4 Ιουλίου 2010


"Ελεύθερη Σκηνή Πάφου, Θέατρο Χ" παραστάσεις Μάιο - Ιούνιο 2010